Οι Πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας
Σπύρος Κυπριανού

Ο κ. Σπύρος Κυπριανού γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1932. Σπούδασε Οικονομικές και Εμπορικές Επιστήμες στο City of London College και Νομικά στο Gray΄s Inn. Μελέτησε επίσης συγκριτικό δίκαιο και πήρε σχετικό δίπλωμα.

Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Λονδίνο, ίδρυσε την Εθνική Φοιτητική Ένωση Κυπρίων Αγγλίας (ΕΦΕΚΑ), της οποίας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος. Το 1952 διορίστηκε γραμματέας στο Λονδίνο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και το 1954 ανέλαβε το Γραφείο της Εθναρχίας στο Λονδίνο, με σκοπό κυρίως τη διαφώτιση της βρετανικής κοινής γνώμης για το κυπριακό ζήτημα. Η διαφωτιστική αυτή προσπάθεια εντάθηκε με την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα στην Κύπρο το 1955. Για τη δραστηριότητά του αυτή εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λονδίνο τον Ιούνιο του 1956 και μετέβη στην Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με την Πανελλήνια Επιτροπή Αυτοδιαθέσεως Κύπρου σε θέματα που αφορούσαν τη διεθνή προβολή του Κυπριακού.

Από τον Αύγουστο του 1956 ως το Μάρτιο του 1957 αντιπροσώπευσε την Εθναρχία Κύπρου στη Νέα Υόρκη. Αργότερα του επιτράπηκε να επανακαταλάβει την εθναρχική του θέση στο Λονδίνο. Παρέμεινε στη βρετανική πρωτεύουσα μέχρι την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Κύπρου και το Μάρτιο του 1959 επέστρεψε στην Κύπρο με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αντιπροσώπευσε την ελληνοκυπριακή πλευρά στη Διάσκεψη των Αθηνών για τη σύνταξη του κειμένου της Συμφωνίας για την Εφαρμογή της Τριμερούς Συμμαχίας (Κύπρου-Ελλάδας-Τουρκίας) που προνοούσε η Συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου.
Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου τον Αύγουστο του 1960 διορίστηκε από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Υπουργός Δικαιοσύνης και λίγες μέρες αργότερα Υπουργός Εξωτερικών.

Ως Υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας εκπροσώπησε επανειλημμένα την Κύπρο στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και στις συνόδους της Γενικής Συνέλευσης κατά τη διάρκεια συζητήσεων για το Κυπριακό. Συμμετείχε επίσης στις συνεδρίες της εξ Υπουργών Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης και διατέλεσε πρόεδρος της επιτροπής από τον Απρίλιο μέχρι και το Δεκέμβριο του 1967. Επιπλέον επισκέφτηκε αρκετές χώρες και εκπροσώπησε την Κύπρο σε διαπραγματεύσεις με αρκετές κυβερνήσεις.

Το Σεπτέμβριο του 1964 υπέγραψε στη Μόσχα τη Συμφωνία για στρατιωτική βοήθεια προς την Κύπρο.

Παραιτήθηκε από το αξίωμα του Υπουργού Εξωτερικών στις 5 Μαΐου 1972, ύστερα από σοβαρή διαφωνία του με το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών.

Μετά την παραίτησή του ιδιώτευσε, ασκώντας το επάγγελμα του δικηγόρου και του νομικού συμβούλου. Την 1η Αυγούστου 1974, μετά το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών και την τουρκική εισβολή, μετέβη στην Αθήνα, όπου είχε συνομιλίες με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, που είχε αναλάβει την εξουσία μετά την κατάρρευση της χούντας. Πηγαινοερχόταν τότε μεταξύ Αθηνών και Λονδίνου, όπου διέμενε προσωρινά ο Πρόεδρος Μακάριος. Το Σεπτέμβριο του 1974 ηγήθηκε της κυπριακής αντιπροσωπείας κατά τη συζήτηση του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Το Φεβρουάριο του 1975 παρέστη στη συνεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας στη Νέα Υόρκη ως μέλος της κυπριακής αντιπροσωπείας.

Στις 12 Μαΐου 1976 ανακοίνωσε την ίδρυση του Δημοκρατικού Κόμματος. Κατά τις βουλευτικές εκλογές της 5ης Σεπτεμβρίου 1976 το Δημοκρατικό Κόμμα εξασφάλισε 21 από τις 35 έδρες και ο ίδιος εκλέχτηκε Πρόεδρος της Βουλής.

Μετά το θάνατο του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στις 3 Αυγούστου 1977, ανέλαβε, δυνάμει του συντάγματος, Προεδρεύων της Δημοκρατίας και στις 3 Σεπτεμβρίου 1977 εκλέγηκε ομόφωνα Πρόεδρος για τη συμπλήρωση του υπόλοιπου της προεδρικής θητείας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Στις προεδρικές εκλογές της 28ης Φεβρουαρίου 1978 επανεκλέγηκε, χωρίς ανθυποψήφιο, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και στις 13 Φεβρουαρίου 1983 επανεκλέγηκε στο ίδιο αξίωμα.

Ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επισκέφτηκε πολλές χώρες και συμμετείχε σε συνόδους των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και σε διασκέψεις κορυφής των Αδεσμεύτων και της Κοινοπολιτείας.
Στον κ. Κυπριανού απονεμήθηκαν, κατά τη διάρκεια της προεδρικής του θητείας, διάφορα παράσημα και τιμητικές διακρίσεις από αρκετές χώρες.

Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 26ης Μαΐου 1996 εκλέγηκε Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Ήταν έγγαμος και είχε δύο γιους.

Πέθανε στις 12 Μαρτίου 2002.

Αρχή Σελίδας